
Οι μνήμες μου απο το μικρό νησί της Δωδεκαννήσου,είναι πάντα αξεπέραστες.Ειδικά για παιδιά της πόλης όπως εγώ.Είχα όμως και την τύχη να ζήσω οχτώ περίπου χρόνια,αφήνοντας πίσω φίλους,οικογένεια,και ότι άλλο μπορεί να σου προσφέρει μια πόλη.Μεγάλωσα με το όνειρο να γίνω μόνιμος κάτοικος,στο μικρό αυτό χωριό,του νησιού,αν και γνώριζα απο πολύ μικρός,τις δυσκολίες,που θα αντιμετώπιζα.Πολλοί απο τους ξενιτεμένους ζούσαν μ'αυτό τ'όνειρο,μα σχεδόν κανένας δεν τα είχε καταφέρει,ο καθένας για τους δικούς του λόγους,που συνήθως ήταν η οικογένεια και τα παιδιά.
Αγάπησα περισσότερο αυτό τον τόπο,μέσα από τις ιστορίες και τους μύθους που μου διηγήθηκε ο παππούς κ'η γιαγιά,πηγαίνοντας για τις διακοπές μου τις γιορτές και τα καλοκαίρια.
Ιστορίες που ταξίδευαν μέσα στο χρόνο,από στόμα σε στόμα.
Θυμάμαι ανθρώπους με ζαρωμένα απο το χρόνο και τις κακουχίες πρόσωπα,μα και με μια γαλήνεια και καθάρια όψη στο βλέμα τους,που καθρέπτιζε την ψυχή τους.
Τη λεβεντιά τους.
Την αγνότητα τους.
Ανθρωποι αγράματοι,μα πάνσοφοι.Η ίδια η ζωή που τους στέρησε τη γνώση,λόγο μεγάλης φτώχειας,τους χάρισε απλόχερα τη σοφία.Το διήγηματα τους,θυμάμαι,με συνέπαιρναν,σε κόσμους μαγικούς,γεμάτο μύθους,ξόρκια,φόνους,πειρατές,και ανεκπλήρωτες αγάπες,που ο χρόνος δεν τους το συγχώρεσε ποτέ.Για γλέντια στη πλατεία,που κρατούσαν και μέρες,τραγουδώντας την χαρά,την λύπη,την ξενιτιά,ακόμα και το θάνατο.
Ο γερο- Λιοντής ήταν ο λυράρης του χωριού.Πέρασαν πολλά χρόνια απο τότε που έχασε το φώς του,από πυροβολισμό στην Μικρά Ασία.Πάμτωχος,και σακάτης απο τα δεινά του πολέμου,και της πείνας,αναζητούσε τη φώς της ψυχής του,μέσα απο τη μουσική.Η λύρα του τον καθοδηγούσε,σε δρόμους βυζαντινούς,πλούσιους,γεμάτο εικόνες,και τοπία.Βγαίνοντας απο το σπίτι του,και ακουμπόντας τοίχο-τοίχο,κατέβαινε στην πλατεία του χωριού,καθημερινά,να παίξει,και να τραγουδήσει σκοπούς τοπικούς,και μικρασιάτικους.Τα κουδουνάκια πάνω στο δοξάρι,έδιναν το ρυθμό,και οι μελωδίες προσκαλούσαν τους χωριανούς,για άλλο ένα γλέντι.
Η ζωή τους όλη μια γιορτή.Η δύσκολη επιβίωση,γινότανε τραγούδι.Και ευκαιρία για τους νέους,να τραγουδήσουν τη μαντινάδα τους στη κοπέλα που αγαπούσαν:
''θα θελα να σουν εκκλησιά
να ρθώ να προσκυνήσω
τη χάρη σου που μ'έκαμε
γλυκά να σ'αγαπήσω''
Είναι αμέτρητες οι ιστορίες,και θα μπορούσα να γράφω για μέρες.Σκοποί,καιτραγούδια,φέρνουν στο μυαλό,εικόνες απο μια άλλη εποχή.Είναι αλλιώτικα τα αισθήματα σ' εκείνα τα μέρη. Η ζωή η ίδια είναι αλλιώς. Τόποι που γεννούν παραμύθια και όχι άδικα. Όλοι οι τόποι έχουν την μαγεία τους. Φοβάμαι όμως πως οι άνθρωποι σιγά σιγά χάνουμε την ικανότητα μας να την νιώθουμε. Οτι έχει μείνει απ'αυτή την εποχή,είναι μερικά μισογκρεμισμένα πέτρινα σπιτάκια,που σε ταξιδεύουν σε μια άλλη εποχή.
Γιατί, πραγματικά, είναι φορές που νιώθω πως το πώς ζούμε μας στραγγίζει τη ψυχή. Έτσι προκύπτει και η ανάγκη για το απλό και ουσιαστικό.
Αγάπησα περισσότερο αυτό τον τόπο,μέσα από τις ιστορίες και τους μύθους που μου διηγήθηκε ο παππούς κ'η γιαγιά,πηγαίνοντας για τις διακοπές μου τις γιορτές και τα καλοκαίρια.
Ιστορίες που ταξίδευαν μέσα στο χρόνο,από στόμα σε στόμα.
Θυμάμαι ανθρώπους με ζαρωμένα απο το χρόνο και τις κακουχίες πρόσωπα,μα και με μια γαλήνεια και καθάρια όψη στο βλέμα τους,που καθρέπτιζε την ψυχή τους.
Τη λεβεντιά τους.
Την αγνότητα τους.
Ανθρωποι αγράματοι,μα πάνσοφοι.Η ίδια η ζωή που τους στέρησε τη γνώση,λόγο μεγάλης φτώχειας,τους χάρισε απλόχερα τη σοφία.Το διήγηματα τους,θυμάμαι,με συνέπαιρναν,σε κόσμους μαγικούς,γεμάτο μύθους,ξόρκια,φόνους,πειρατές,και ανεκπλήρωτες αγάπες,που ο χρόνος δεν τους το συγχώρεσε ποτέ.Για γλέντια στη πλατεία,που κρατούσαν και μέρες,τραγουδώντας την χαρά,την λύπη,την ξενιτιά,ακόμα και το θάνατο.
Ο γερο- Λιοντής ήταν ο λυράρης του χωριού.Πέρασαν πολλά χρόνια απο τότε που έχασε το φώς του,από πυροβολισμό στην Μικρά Ασία.Πάμτωχος,και σακάτης απο τα δεινά του πολέμου,και της πείνας,αναζητούσε τη φώς της ψυχής του,μέσα απο τη μουσική.Η λύρα του τον καθοδηγούσε,σε δρόμους βυζαντινούς,πλούσιους,γεμάτο εικόνες,και τοπία.Βγαίνοντας απο το σπίτι του,και ακουμπόντας τοίχο-τοίχο,κατέβαινε στην πλατεία του χωριού,καθημερινά,να παίξει,και να τραγουδήσει σκοπούς τοπικούς,και μικρασιάτικους.Τα κουδουνάκια πάνω στο δοξάρι,έδιναν το ρυθμό,και οι μελωδίες προσκαλούσαν τους χωριανούς,για άλλο ένα γλέντι.
Η ζωή τους όλη μια γιορτή.Η δύσκολη επιβίωση,γινότανε τραγούδι.Και ευκαιρία για τους νέους,να τραγουδήσουν τη μαντινάδα τους στη κοπέλα που αγαπούσαν:
''θα θελα να σουν εκκλησιά
να ρθώ να προσκυνήσω
τη χάρη σου που μ'έκαμε
γλυκά να σ'αγαπήσω''
Είναι αμέτρητες οι ιστορίες,και θα μπορούσα να γράφω για μέρες.Σκοποί,καιτραγούδια,φέρνουν στο μυαλό,εικόνες απο μια άλλη εποχή.Είναι αλλιώτικα τα αισθήματα σ' εκείνα τα μέρη. Η ζωή η ίδια είναι αλλιώς. Τόποι που γεννούν παραμύθια και όχι άδικα. Όλοι οι τόποι έχουν την μαγεία τους. Φοβάμαι όμως πως οι άνθρωποι σιγά σιγά χάνουμε την ικανότητα μας να την νιώθουμε. Οτι έχει μείνει απ'αυτή την εποχή,είναι μερικά μισογκρεμισμένα πέτρινα σπιτάκια,που σε ταξιδεύουν σε μια άλλη εποχή.
Γιατί, πραγματικά, είναι φορές που νιώθω πως το πώς ζούμε μας στραγγίζει τη ψυχή. Έτσι προκύπτει και η ανάγκη για το απλό και ουσιαστικό.
Οχι,δεν ονειρεύομαι την Τήλο,όπως ήταν πριν πολλά χρόνια.Πιστεύω στην Τήλο του πολιτισμού,της ανθρωπιάς,και της ανάπτυξης,με βάση όμως την ιστορία της,και με σεβασμό στο περιβάλον της.Κάτι που οι ''φωστήρες'' της δεν έχουν καταλάβει ακόμα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου